παρασκευάζετο

παρασκευάζετο
παρασκευάζω
imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic)
παρασκευάζω
imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κυπριακός — ή, ό (Α κυπριακός, ή, όν) [Κύπριος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κύπρο (α. «κυπριακό ζήτημα» β. «κυπριακός πολιτισμός» γ. «παρασκευάζετο τὰς δυνάμεις εἰς τὸν κυπριακὸν πόλεμον», Διόδ.) 2. αυτός που προέρχεται από την Κύπρο («κυπριακὰ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”